| Information | |
|---|---|
| instance of | (noun) a condensed but memorable saying embodying some important fact of experience that is taken as true by many people adage, saw, proverb, byword |
| Meaning | |
|---|---|
| Modern Greek (1453-) | |
| has gloss | ell: Γενικά με τον όρο προσκύνημα χαρακτηρίζεται η, με γονυκλισία ή επίκυψη, εκδήλωση σεβασμού, τιμής, λατρείας προς τον Θεό, Άγίους, ιερών λειψάνων κ.λπ., καθώς και η υπό υπηκόου εκδήλωση πίστης και υποταγής προς το Δεσπότη ή κυρίαρχο Ηγεμόνα. |
| lexicalization | ell: προσκύνημα |
Lexvo © 2008-2025 Gerard de Melo. Contact Legal Information / Imprint